Mπροστά της θέριευαν κοτρόνες άνισα βαλμένες στο χώμα, κούτσουρα που στέκονταν παλουκωμένα. Είδε το πεσμένο πάτωμα, ξεχώρισε το τζάκι με την καμινάδα του να χάσκει."Ήταν στάβλος για χρόνια, πού θα πας να μείνεις;" της είχε πει...
Λόγια χωρίς ταυτότητα κι η Άννα δίχως κραυγή. "Όταν κραυγάζεις, υπάρχει ακόμα ελπίδα. Όταν σιωπάς, σημαίνει δέχεσαι το αμετάκλητο, το αναπόφευκτο, το καθολικό. Ανεπιστρεπτί ότι χάθηκε. Μένω στη σιωπή σημαίνει βυθίζομαι, ξεριζώνομαι. Μισεμός. Χαλάσματα γύρω σου κι εσύ...