Ο Ντίνο Καμπάνα (1885-1932) γεννήθηκε στο Μαράντι της Τοσκάνης. Διανύει μιαν ασταθή σχολική περίοδο, αλλάζοντας γυμνάσια και λύκεια, αποτυγχάνοντας στις κατατακτήριες εξετάσεις. Το 1903 σπουδάζει Χημεία στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, στο τέλος του έτους ζητά μετεγγραφή για τη Φαρμακευτική Χημεία στη Φλωρεντία. Δείχνει ελάχιστο ενδιαφέρον για τις σπουδές ώσπου τις εγκαταλείπει και αρχίζει τη μεγάλη φυγή. Τον Μάρτιο του 1906 από τη Γένοβα φθάνει στη Φλωρεντία και στέλνεται από την αστυνομία πίσω στο Μαράντι. Το καλοκαίρι διασχίζει τις Άλπεις, φθάνει στην Ελβετία και στη Γαλλία. Η ανισόρροπη συμπεριφορά και η ροπή περιπλάνησης οδηγούν τους γονείς του να τον κλείσουν στο φρενοκομείο της Ίμολα. Τα επόμενα χρόνια, ανάμεσα σε ψυχιατρεία και συλλήψεις, περιπλανιέται ασταμάτητα στη μισή Ιταλία. Στα τέλη του 1907 φεύγει για το Μπουένος Άιρες και μάλλον επιστρέφει στις αρχές του 1909. Τότε εισάγεται στο φρενοκομείο Σαν Σάλβι της Φλωρεντίας. Τον Φεβρουάριο του 1910 βρίσκεται στο Άσυλο Φρενοβλαβών στην Τουρναί του Βελγίου. Λίγους μήνες μετά επαναπατρίζεται. Το 1912 επιστρέφει στην Μπολόνια για να συνεχίσει τις σπουδές, αλλά σύντομα φεύγει για τη Γένοβα. Ακολουθεί μια περίοδος με αλλεπάλληλες συλλήψεις σε διάφορες πόλεις. Τον Δεκέμβριο του 1913 παραδίδει στους Παπίνι και Σόφιτσι, διευθυντές του περιοδικού Lacerba στη Φλωρεντία, το μοναδικό χειρόγραφο του έργου του Il più lungo giorno. Αυτό χάνεται σε μια μετακόμιση, ο Καμπάνα το ζητά επίμονα και, χωρίς να λάβει ποτέ απάντηση, το ξαναγράφει με νέα μορφή και τίτλο Canti Orfici. Το καλοκαίρι του 1914, τυπώνει το βιβλίο στο Μαράντι. Τον Γενάρη του 1918 στέλνεται πάλι στο φρενοκομείο του Σαν Σάλβι και λίγο αργότερα κλείνεται οριστικά στο θεραπευτήριο ψυχικών παθήσεων του Καστέλ Πούλτσι. Μένει έγκλειστος χωρίς να ξαναγράψει.