Αγαπάµε τον άλλον µε τέτοια ορµή που χανόµαστε µέσα του. Ένας άντρας, ο Οµάρ, γράφει γράµµατα στην ιδανική αγαπηµένη του, τη µελλοντική του σύζυγο, την οποία δεν έχει γνωρίσει ακόµη. Δεν ξέρει πότε και πού θα εµφανιστεί στη ζωή του, δεν ξέρει πώς µοιάζει και αν έχει γεννηθεί. Σαν σχοινοβάτης, µετεωρίζεται στο κενό· µεθυσµένος από την έκσταση της αβύσσου –τον έρωτα, την εµµονή– αγνοεί πόσο απέχουν τα πόδια του από το έδαφος. Μέσα από τα γράµµατα που της γράφει θα βρει σταδιακά τον τρόπο να επανασυνδεθεί µε την ίδια του την ύπαρξη, καθώς η εικόνα που προβάλλουµε στον αγαπηµένο µας τελικά επιστρέφει σ’ εµάς µε την ίδια τρυφερότητα, το ίδιο πάθος, ρίχνοντας φως στον ίδιο τον εραστή και αποκαλύπτοντας δύο µισά που ήδη υπήρχαν µέσα σε ένα. Αυτά τα οδυνηρά ειλικρινή ερωτικά γράµµατα µας κάνουν να αναρωτιόµαστε τι είναι αυτό που ψάχνει στ’ αλήθεια ο αποστολέας τους, και καθώς σιγά σιγά βυθιζόµαστε στη γραφή της Karabash, αθόρυβα, υπόκωφα, αρχίζουµε να µεταµορφωνόµαστε στον Οµάρ.
Δεν θα είναι υποχρεωτικό να µου απαντάς. Ξέρω ότι δεν µπορείς σαν εµένα, σαν πολυλογάς παπαγάλος, να µιλάς για όλα αυτά που εκρήγνυνται απ’ το βάθος του απύθµενου εκείνου εµαγιέ δοχείου µες στο στήθος. Για µένα αρκεί να ξέρω ότι µ’ ακούς, ακόµα κι αν η συζήτηση διακοπεί, να ξέρω. Ότι εσύ συνεχίζεις ν’ ακούς. Δικός σου, Οµάρ.
Σημείωση: Εδώ συζητάμε γενικά για το βιβλίο, δεν είναι ο χώρος τής βαθμολόγησης ή της κριτικής μας για το βιβλίο.