Ναι, θα το πρότεινα σε φίλο-η μου
22-03-2026 11:19
Υπέρ Ενδιαφέρον, Συναρπαστικό, Ανατρεπτικό, Γρήγορο
Κατά
Η Αμελί Κοβαίου επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη μετά τις σπουδές της για να εγκατασταθεί εκεί και νοικιάζει ένα σπίτι υπό περίεργες συνθήκες. Είναι influencer κι έχει ένα κοινό που την ακολουθεί φανατικά σε κάθε της βήμα. Στη νέα της γειτονιά θα γνωρίσει τους ανθρώπους γύρω της και μέσα στο σπίτι θα ανακαλύψει ένα ημερολόγιο που περιγράφει έναν κρυφό έρωτα. Όταν όμως η Αμελί εξαφανίζεται, τα πάντα αλλάζουν.
Το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Στέφανου Αλεξιάδη, με αφορμή τον ψεύτικο και αδηφάγο κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ξεδιπλώνει την ψυχοσύνθεση ενός εμμονικού stalker που παρακολουθεί κάθε βήμα της Αμελί και καταφέρνει να βρίσκεται πάντα ένα βήμα πριν από αυτήν ενώ ταυτόχρονα επιστρέφουμε στα φοιτητικά χρόνια της Αμελί για να γνωρίσουμε καλύτερα τη φιλία της με την Αγάθη και τον κοινωνικό κύκλο που ανέπτυξαν οι δύο φίλες στο διάστημα των σπουδών τους. Το παρελθόν της κοπέλας, οι απαιτήσεις της Αγάθης, οι καλόκαρδοι γείτονες, το ημερολόγιο με τον πλατωνικό έρωτα κι ένα ζευγάρι μάτια που παρακολουθούν τα πάντα, άγνωστο από πού, συγκροτούν ένα βιβλίο που δεν μπόρεσα να αφήσω από τα χέρια μου πριν φτάσω στο τέλος.
Η influencer Αμελί Κοβαίου είναι ένα κορίτσι που περπατά σε μια πόλη που δεν την ξέρει, κρατώντας μυστικά που δεν της ανήκουν. Έχει δουλέψει σκληρά για να αναρτά προϊόντα που της τα στέλνουν δωρεάν οι εταιρείες, με αποτέλεσμα οι συνεργασίες της να της παρέχουν διάφορες ανέσεις στην καθημερινότητά της. Με 90.000 ακολούθους στο Instagram πολύ εύκολα παίρνει την απόφαση να φύγει από το νησί της, «μια κοινωνία κάπως βαρετή για την ιδιοσυγκρασία της». αφήνοντας έναν πατέρα που δεν την υποστηρίζει, ώστε να δοκιμάσει την τύχη της στη Θεσσαλονίκη που γνώρισε όταν σπούδαζε. Είναι μια κοπέλα που μεγάλωσε χωρίς μητέρα και καταφεύγει σε ψεύτικες αναμνήσεις, προτιμώντας να αναπολεί κάτι που δεν έζησε παρά απωθημένα. «Η ζωή μού χρωστάει πολλά», τονίζει. «…δουλεύω πολύ για να κερδίσω όσα μου αναλογούν. Χρήματα, δόξα, μια άνετη ζωή και φυσικά καταξίωση» (σελ. 17).
Παραδέχεται πως είναι αποτυχημένη αφού δεν κατάφερε τίποτα στο νησί της. Κι όλα αυτά τα λέει γιατί «Θέλω να τα θυμάστε όλα, κάθε λεπτομέρεια, κάθε λέξη που άφησα εδώ. Μόνο έτσι, ίσως να μπορέσετε να με καταλάβετε» (σελ. 17). Ο προφορικός της σχεδόν λόγος («…βασικά, περιμένετε…») δίνει ζωντάνια στο κείμενο και η ειλικρίνειά της για όσα βίωσε και σκέφτεται μου δημιούργησαν ανάμικτα αισθήματα λύπης και συμπάθειας: «Αφού το θέλει ο κόσμος, πρέπει να το δώσω. Ό,τι θέλει ο κόσμος! Ο κόσμος θα με φτάσει εκεί που θέλω. Τον αγαπάω εγώ τον κόσμο» (σελ. 18). Γιατί ο κόσμος βλέπει κάτι σ’ εκείνη, βλέπει έναν καθρέφτη τους ή τουλάχιστον αυτό που θα ήθελαν να βλέπουν στον καθρέφτη τους. «Είμαι μια εικόνα. Αλλά όχι μόνο. Όπως και όλοι μας. Ό,τι βλέπετε είναι αλήθεια, απλώς είναι μια προσεκτικά διαλεγμένη αλήθεια» (σελ. 64).
Φτάνει λοιπόν στη Θεσσαλονίκη («μια πόλη που έχει αυτό το περίεργο ταλέντο, να μυρίζει αλλιώς κάθε μέρα») και μαζί με τον μεσίτη επισκέπτεται ένα από τα σπίτια που θέλει να δει για να μείνει. Κάθε της βήμα στην πόλη είναι και μια ανάρτηση, μια selfie, μια ερώτηση στο κοινό της για φαγητό και άλλες επιλογές. Στο σπίτι ανακαλύπτει κρυμμένο ένα τετράδιο, κάτι σαν ημερολόγιο, όπου κάποιο πρόσωπο καταγράφει τη γνωριμία με μια κοπέλα, τον τρελό έρωτα για κείνη, πώς την παρακολουθεί και τι ποθεί από κείνη. Η Αμελί διαβάζει με βουλιμία τις σελίδες, λαχταρώντας να μπει στην κρυφή ζωή ενός αγνώστου, ταυτόχρονα όμως διάφορα γεγονότα στο σπίτι την κάνουν να συνειδητοποιήσει πως κι εκείνη κάποιος την παρακολουθεί μες στο σπίτι της! Μήπως όμως όλα αυτά είναι αποκυήματα της φαντασίας της; Αν όχι, ποιος παίζει με το μυαλό της και τι ζητάει από κείνη; Πώς μπορεί και παρατηρεί κάθε της κίνηση χωρίς να γίνεται αντιληπτός;
Το μυθιστόρημα κορυφώνεται σε μια στιγμή που η Αμελί κάνει ένα μοιραίο λάθος, αυτό όμως είναι η κορυφή του παγόβουνου, μιας και ο διώκτης βγαίνει στο φως και τα πάντα ανατρέπονται: «Σε μισούν. Αχ… πόσο καιρό περίμενα να σε μισήσουν. Να σε μισήσουν όπως σε μισώ εγώ. Επιτέλους καταλαβαίνουν τι ήσουν. Καταλαβαίνουν πόσο ψεύτικη είσαι.. Είσαι ένα κατασκεύασμα, ένα προσωπείο φτιαγμένο από ψεύδη, από χειρισμούς» (σελ. 246)». Είναι κάποιος από το παρελθόν της; Αν ναι, γιατί δεν της επιτέθηκε νωρίτερα; Γιατί άργησε να εμφανιστεί; Γιατί θέλει πρώτα να παίξει μαζί της και μετά ν’ αποφασίσει για τη ζωή της; Την εξαφάνιση της Αμελί αναλαμβάνει η αστυνομική διευθύντρια Λουκία Θεοδοσίου, με πρωτοβουλία του ιδιωτικού ερευνητή πλέον Νικήτα Αδαμάκη, που και τους δύο τους γνωρίζουμε από προηγούμενα βιβλία της σειράς. Μου άρεσε που πρώτα στήθηκε η ιστορία στις βάσεις της, γνώρισα τα πρόσωπα και μετά ήρθε η σειρά της αστυνομίας για ν’ αρχίσει να ξετυλίγεται το κουβάρι, πότε με πρωθύστερα και πότε με διαδοχικά βήματα προς την ταυτότητα του stalker και ως προς το τι απέγινε η εξαφανισμένη Αμελί.
Εξίσου ενδιαφέροντα χαρακτήρα έχει και η Αγάθη, που με την Αμελί είχαν χαθεί μετά τις σπουδές τους και τώρα το ξαναπιάνουν από κει που το άφησαν. Μεγάλωσε με την κατήχηση της μάνας της που της τόνιζε: «Μόνο ό,τι έχει πει ο Χριστός, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο» και θαυμάζει τη φίλη της που είναι εντελώς διαφορετική από κείνη. Επιπλέον, νιώθει πως ο κόσμος «αλλάζει πιο γρήγορα απ΄ όσο μπορώ να τον παρακολουθήσω. Κι όσο εκείνοι προχωρούν μπροστά, εγώ μένω πίσω, γαντζωμένη στις σταθερές μου. Ίσως έτσι να νιώθω ασφαλής. Ίσως έτσι να βρίσκω κάποιο νόημα μέσα στο χάος γύρω μου» (σελ. 140). Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Αγάθης εναλλάσσεται με της Αμελί και του διώκτη, με τον τελευταίο να καταγράφει τις αρρωστημένες σκέψεις του, να παίζει με το μυαλό του αναγνώστη (πώς τα ξέρει όλα αυτά; Πώς παρακολουθεί το θύμα του; Από πού τη βλέπει; Γιατί την παρατηρεί; ) και καταγράφει την ιστορία της Ηχούς και του Νάρκισσου, γεννώντας μου το ερώτημα πώς και γιατί συνδέονται όλα αυτά με τη βασική ιστορία. «Τι αποφασίζεις να είσαι σε αυτήν τη ζωή; Η Ηχώ ή ο Νάρκισσος»; Και τότε, από τη μια στιγμή στην άλλη, η Αμελί από δημιουργός περιεχομένου, γίνεται το ίδιο το περιεχόμενο: «Και όσο η τηλεόραση συνεχίζει να την κατασκευάζει, η αλήθεια χάνεται πίσω από εικόνες, λόγια και εικασίες» (σελ. 331).
Η «Ηχώ» του Στέφανου Αλεξιάδη είναι ένα συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα με κλιμακούμενη πλοκή, διαρκείς ανατροπές και καλά κρυμμένα μυστικά. Καταφέρνει να εφιστήσει τους κινδύνους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης χωρίς διδακτισμό και κατηγορίες, απλά αφήνει τα γεγονότα και τα πρόσωπα να αναδείξουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της διαρκούς έκθεσης. «Αναρωτιέμαι πόσο εύκολα αποδομούν έναν άνθρωπο χωρίς να τον γνωρίζουν. Πόσο γρήγορα γίνεται στόχος, πόσο άμεσα του φορούν ταμπέλες, τον κρίνουν, τον ακυρώνουν…Δεν τους νοιάζει ποιος είναι στ’ αλήθεια, τι έχει ζήσει…τους αρκεί η ευκαιρία να νιώσουν ανώτεροι για λίγο. Είναι τρομακτικό το πόσο εύκολα ξεχνάμε ότι πίσω από μια οθόνη υπάρχει ένας άνθρωπος και ότι η ευκολία με την οποία τον διαλύουμε λέει περισσότερα για εμάς παρά για εκείνον» (σελ. 230). Γιατί: «Η αλήθεια δεν ενδιαφέρει κανέναν όταν δεν προκαλεί πάθος ή θυμό. Και το κοινό του διαδικτύου….αυτό πάντα διψάει για αίμα» (σελ. 245). Πλέον: «Η πραγματικότητα διαμορφώνεται από views και hashtags, όχι από γεγονότα» (σελ. 245). Το τέλος είναι εκπληκτικό, με τις ανατροπές να φέρνουν στο φως παρεξηγήσεις και λάθος οπτικές γωνίες πάνω στις οποίες στηρίχτηκαν οι εξελίξεις κι όταν όλα μπαίνουν στη θέση τους τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο.
Ήταν χρήσιμο αυτό το σχόλιο;
Ναι
/
Όχι