Στο βιβλίο μου αυτό έχω επιλέξει ποιήματα, που είτε διδάχθηκα στα μαθητικά μου χρόνια, είτε μελέτησα μόνη απομυζώντας το ποιητικό νέκταρ από διάφορες Ανθολογίες, τα οποία με αγάπη, σεβασμό και θαυμασμό και ανεξάρτητα από πολιτικές πεποιθήσεις των δημιουργών τους, χωρίς το παραμικρό αίσθημα αυθαιρεσίας, μετέφρασα στην ελληνική, η οποία, αν και πολύ πλούσια ομολογουμένως σε λεξιλόγιο, ωστόσο σε πολλά σημεία αδυνατεί, όπως είναι φυσικό, να βρει τις κατάλληλες λέξεις για ν’ αποδοθεί το νόημα της ξένης γλώσσας και να διατηρηθεί και η ομοιοκαταληξία.
Οι ποιητές που διάλεξα, από τον Μεσαίωνα και προχωρώντας σε νεότερες εποχές, μου άρεσαν ιδιαίτερα, πολλοί μάλιστα απ’ αυτούς έγραψαν σε ποιητικές μορφές δύσκολες, όπως η μπαλάντα ή το σονέτο με την ιδιόμορφη ομοιοκαταληξία. Πολλοί είναι δόκιμοι και τα ποιήματά τους πολύ γνωστά, άλλοι λιγότερο γνωστοί ή και άγνωστοι, όμως εξίσου αξιόλογοι. Άλλωστε, ακόμη και των περισσότερο γνωστών, η λήθη του χρόνου έχει «σαβανώσει τους στίχους τους» και το έργο τους έχει σχεδόν ξεχαστεί. Οι νέοι τούς αγνοούν κι εκείνοι «ψευτοζούν μονάχα στα χαρτιά» κάποιων αθεράπευτα ερωτευμένων με την ποίηση, που τους μελέτησαν και τους θαύμασαν κάποτε, όπως γράφει στ’ ωραίο σονέτο του για τον Pierre de Ronsard, τον «πρίγκηπα των ποιητών ή ποιητή των πριγκήπων», ο Κείος ποιητής Θεοδόσης Βολκώφ.
Κι επειδή οι παλιές Ανθολογίες προτιμούν και προβάλλουν το έργο ανδρών ποιητών, ενώ οι γυναίκες, παλαιότερων κυρίως εποχών, είναι μειοψηφία ή δεν αναφέρονται καθόλου, επέλεξα και μερικές ποιήτριες, ίσως άγνωστες στους πολλούς, των οποίων όμως η πέννα είναι εξίσου δυνατή και αξιόλογη και δίνει πολλά και σπουδαία μηνύματα στους αναγνώστες, που θα την τιμήσουν με το ενδιαφέρον και την αγάπη τους, αφού στην εποχή τους το ποιητικό ή συγγραφικό έργο τους είχε υποτιμηθεί, όπως τονίζει σε ποίημά της η Constance de Theis.
Ας μας κρατήσουν, λοιπόν, συντροφιά κάποιοι Γάλλοι λογοτέχνες και λογοτέχνιδες με την όμορφή ποίησή τους, που προσπάθησα ν’ αποδώσω όσο το δυνατόν πιο πιστά και οι γνώστες της γαλλικής γλώσσας ας μου συγχωρήσουν ελαφρές παραφράσεις, απαραίτητες για την απόδοση του νοήματος και τη διατήρηση, όσο το δυνατόν, της ρίμας και της μουσικότητας του στίχου, όπου αυτό απαιτείται. Άλλωστε, όπως έλεγε και ο Εντμόν Ζαλού (1878-1949), μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και κριτικός, «οι μεταφράσεις είναι σαν τις γυναίκες, όταν είναι ωραίες δεν είναι πιστές και όταν είναι πιστές δεν είναι ωραίες».