Η «Απέραντη σιωπή των σταθμών» ξετυλίγει την πενηντάχρονη καλλιτεχνική και προσωπική πορεία του ζωγράφου Γιώργου Τζιόκα. Μέσα από μια αυτοβιογραφική αφήγηση, γραμμένη με απλότητα, ειλικρίνεια και ευαισθησία, ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλισμό και στο φαντασιακό, ενώ κάθε «σταθμός» της λειτουργεί ως σύμβολο εσωτερικής σιωπής, αναζήτησης και δημιουργικής έμπνευσης. Πέρα από την προσωπική του πορεία, και μέσα από τα βιώματα του συγγραφέα, διαφαίνεται η ιστορία της νεότερης Ελλάδας, πολιτικά γεγονότα, πολιτιστικές μεταβολές και υπαρξιακές αγωνίες διαπερνούν το έργο, συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα προσωπικό αλλά και συλλογικό ταυτόχρονα. «Η ανάγκη να καταγράψω γεγονότα, σκέψεις και επιθυμίες προέκυψε πολύ πριν γίνουν βίωμα. Στο μακρινό 1968, στα είκοσι ένα μου χρόνια, προσγειώθηκα σ\' ένα χωριό, στη Βύρωνεια Σερρών, με την ιδιότητα του Εφέδρου Αξιωματικού. Σε μια δύσκολη εποχή, αυτή της μεταπολεμικής Ελλάδας κατά τη δεκαετία του \'60, γεμάτη ανατροπές και μεταλλάξεις, τότε που όλα ήταν καινούρια και μαθαίναμε τον κόσμο απ\' την αρχή... Έρωτες, φιλίες, συνευρέσεις και χωρισμοί σ\' ένα συνεχές και ατέρμονο γίγνεσθαι. Χαραγμένα για πάντα στη συνειδησιακή μου μνήμη, πάσχιζαν πιεστικά να βγουν στην επιφάνεια σχεδόν εδώ και πενήντα πέντε χρόνια. Μια παλιά φωτογραφία κι ένα ημιτελές διήγημα έγιναν αφορμή να γράψω την «Απέραντη σιωπή των σταθμών» αντλώντας δύναμη και έμπνευση απ\' τα παιδικά μου χρόνια. Εκεί που όλοι καταφεύγουμε στα δύσκολα προσπαθώντας να γράψω τη δική μου ιστορία. Ο καθένας μπορεί να γράψει μια ιστορία. Τη δική του ιστορία... Αρκεί να βρεθεί κάποιος να τη διαβάσει...»
Σημείωση: Εδώ συζητάμε γενικά για το βιβλίο, δεν είναι ο χώρος τής βαθμολόγησης ή της κριτικής μας για το βιβλίο.