Ναπάλμι: Ναφθενικόν οξύ εγάμησεν παλμιτικόν και έτεκεν βόμβα ναπάλμ. Ναπάλμ έτεκεν θάνατους επί θανάτων και ουρλιαχτά και ρόγχους και φλόγας εις Ιβοζίμα, Οκινάουα, Λα Ροσέλ, Κορέα, Γράμμον, Βιετνάμ... Και εδόθη το όνομα Ναπάλμι εις κόρην φλεγομένην εξ έρωτος και ιμέρου, αμή και οίστρου καυστικού και πάνυ ιξώδους. (Α. Η.)
Ναπάλμι: Χαϊδευτική προσφώνηση κοριτσιού που αναφλέγεται. (Φ. Ν.)
Σημείωση: Εδώ συζητάμε γενικά για το βιβλίο, δεν είναι ο χώρος τής βαθμολόγησης ή της κριτικής μας για το βιβλίο.