Γράφει: Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη
Το απόγευμα του Σαββάτου 17 Ιανουαρίου, στον πρώτο όροφο του Πνευματικού Κέντρου «Εκάβη», η αίθουσα γέμισε ασφυκτικά-υπήρχαν πολλοί όρθιοι- σαν να είχε συγκεντρωθεί εκεί όλη η επιθυμία μιας πόλης να ακούσει την ίδια της την ιστορία. Η αφορμή ήταν η παρουσίαση του λευκώματος «Οικείες φωνές. Παλιές οικίες & κτίσματα της Κατερίνης», μια έκδοση των «Φίλων Μουσείου Πόλης Κατερίνης», επιμελημένη από τον Θάνο Κόσυβα, που εδώ και χρόνια φωτογραφίζει την Κατερίνη με τη γυναίκα του Στέλλα Τζιτζιλή, με τον τρόπο που κοιτάζει κανείς αγαπημένα πρόσωπα: με προσοχή και χωρίς βιασύνη.
Η αφετηρία του εγχειρήματος υπήρξε μια συστηματική πεζή περιήγηση του ζεύγους Κόσυβα – Τζιτζιλή σε παλιές γειτονιές της πόλης. Οι φωτογραφίες σε ασπρόμαυρη κλίμακα, θυμίζουν κάτι ανάμεσα σε αρχείο και εξομολόγηση. Από το Κέντρο και την περιοχή του Πάρκου, έως τον Παράδεισο, το Βατάν, τα Καταφιώτικα, τη Νέα Ζωή, τα Ευαγγελικά, τα Βλάχικα, τα Θρακιώτικα, τον Συνοικισμό Μικρασιατών, τον Καπνικό Σταθμό, τα Χηράδικα, τα Αστικά και τον Σιδηροδρομικό Σταθμό,η πόλη απλώνεται σαν μια υφαντή επιφάνεια συνοικιών, προσφυγικών ριζών και μικρών ιστοριών που αρνήθηκαν να εξαφανιστούν. Καταγράφηκαν δεκάδες κτίρια, άλλα εγκαταλελειμμένα, άλλα σε χρήση, που αποτυπώνουν μια αισθητική άλλων εποχών. Παλιά σπίτια, πηγές σκιών, πορτοπαράθυρα που μοιάζουν σαν να έχουν κρατήσει μέσα τους την αναπνοή εκείνων των χρόνων.

Γι’ αυτά τα σπίτια έγραψαν δέκα συγγραφείς και άνθρωποι της Κατερίνης που αγαπούν τη γραφή, αποτελώντας μια σημαντική παρακαταθήκη για την τοπική αρχιτεκτονική και ιστορική μνήμη. Αντώνης Κάλφας, Θάνος Κόσυβας, Φάνυ Κουντουριανού-Μανωλοπούλου, Θέμης Κωτούλας, Χαρούλα Λαμπαδαρίου, Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη, Γιάννης Χ. Ποικιλίδης, Δέσποινα Σημαδοπούλου, Γιάννης Τεκίδης και Γιάννης Τσαπουρνιώτης. Οι λέξεις τους, άλλοτε αφηγηματικές, άλλοτε συγκινητικά λιτές, συνομιλούν με τα σπίτια σαν με ζωντανά πρόσωπα.
Η αρχιτέκτονας μηχανικός, Πρόεδρος του συλλόγου Αρχιτεκτόνων Ν.Πιερίας (2014-2023) και ιδρυτικό μέλος των Φίλων του Μουσείου Πόλεως Κατερίνης, Βίκυ Μανιάτη, που υπογράφει το εισαγωγικό σημείωμα του λευκώματος, στην παρουσίαση ανέδειξε τόσο τις ιστορικές όσο και τις αρχιτεκτονικές διαστάσεις του εγχειρήματος. Προσέγγισε τα κτίρια ως μαρτυρίες πολιτισμού και υπενθύμισε με καθαρή φωνή ότι ναι, έχει αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον αυτή η πόλη, ότι χρειάζεται απλώς να μάθουμε πώς να κοιτάμε, πώς να νιώθουμε και πώς να σεβόμαστε.
Την εκδήλωση άνοιξε ο χαιρετισμός του Γιάννη Ποικιλίδη εκ μέρους των «Φίλων Μουσείου Πόλης Κατερίνης», που με περισσή χαρά στήριξαν την εκδοτική αυτή προσπάθεια. Και αναρωτιέται κανείς: πόσο αναγκαίο είναι τελικά ένα Μουσείο Πόλεως Κατερίνης; Αν υπήρχε, η τοπική κοινωνία θα μπορούσε να δει συγκεντρωμένη όλη την ιστορία της. Τα σπίτια, τις γειτονιές, τις μνήμες... όσα συνήθως μένουν κρυφά ή ξεχασμένα. Ένα χώρο που θα μιλούσε για το παρελθόν και θα βοηθούσε να κατανοήσουμε το σήμερα. Ας ελπίζουμε ότι ένα τέτοιο Μουσείο θα πραγματοποιηθεί στο μέλλον, προς όφελος των επόμενων γενεών. Ήδη έχει συγκεντρωθεί πολύτιμο υλικό της ιστορίας της Κατερίνης, αλλά σίγουρα υπάρχει ακόμη περισσότερο — κρυμμένο στα σεντούκια, σε ξεχασμένα αρχεία και γωνιές, που περιμένει να μιλήσει και να γίνει χρήσιμο. Ένα μέρος της μνήμης που περιμένει να βρει φωνή.
Στο αναλόγιο, η Δέσποινα Σημαδοπούλου και η Χαρούλα Λαμπαδαρίου διάβασαν αποσπάσματα, σαν να ξετυλίγουν ένα νήμα μνήμης από φωτογραφία σε φωτογραφία. Οι αφηγήσεις μπλέκονταν με το προβολικό φως που έδειχνε στο κοινό τις παλιές προσόψεις, σιωπηλές, ξεθωριασμένες, αλλά επίμονες.

Η Χορωδία του Συλλόγου Μικρασιατών Πιερίας γέμισε την αίθουσα με μικρασιάτικα τραγούδια, και οι φωνές τους φάνηκαν να αντηχούν στις γειτονιές της Κατερίνης, εκεί όπου κάποτε έφτασαν οι πρώτοι πρόσφυγες. Με αυτόν τον τρόπο, η τοπική μνήμη συνδέθηκε διακριτικά με την προσφυγική καταγωγή ενός μεγάλου μέρους της πόλης.

Στο τέλος, ο Θάνος Κόσυβας αγαπημένος δημιουργός της πόλης, μίλησε για το βιβλίο με την ήρεμη ένταση ανθρώπου που ολοκλήρωσε κάτι βαθιά προσωπικό. Ευχαρίστησε τους «Φίλους», τους συνεργάτες, τη Βίκυ Μανιάτη, τη χορωδία, τους αναγνώστες, τους φίλους που βοήθησαν στην οργάνωση της παρουσίασης, που χωρίς αυτούς δεν θα είχε την ανάλογη επιτυχία αλλά και όλους όσους τίμησαν και τιμούν αυτή την προσπάθεια, χαρακτηρίζοντας την έκδοση υλοποίηση ενός ονείρου και παρακαταθήκη για την πόλη.

Ευχαρίστησε επίσης τη Χορωδία του Συλλόγου Μικρασιατών Πιερίας για τη συμμετοχή της και τον πρόεδρο κ. Αναστάσιο Μπογιατζή για την παρουσία του. Επίσης την κ. Πόλυ Σταματοπούλου, Πρόεδρο του Λυκείου Ελληνίδων Κατερίνης, τον Δημοτικό σύμβουλο Δίου-Ολύμπου, κ. Φόλιο Διονύσιο και τον Νίκο Τσουπέη, δημοτικό σύμβουλο και επικεφαλής της Λαικής Συσπείρωσης Κατερίνης για την παρουσία τους.

Υπέγραψε αντίτυπα του λευκώματος, ενώ οι συντελεστές δέχτηκαν θερμά συγχαρητήρια. Οι παρευρισκόμενοι ευχήθηκαν στους δημιουργούς να τους ξεναγήσουν σύντομα ξανά στα κρυφά μονοπάτια αυτής της σύγχρονης πόλης. Μιας πόλης που, παρά τη γνώση μας, συνεχίζει να κρύβει μυστικά και ιστορίες που δεν γνωρίζουμε.
Φεύγοντας, ο κόσμος συζητούσε χαμηλόφωνα, σαν να είχε ανακαλυφθεί ξαφνικά ότι η Κατερίνη διαθέτει όχι μόνο παρόν, αλλά και μνήμη. Στους τοίχους της κατοικεί μια ιστορία που δεν ησυχάζει. Το λεύκωμα «Οικείες φωνές» στάθηκε τρόπος να την ακούσουμε και, ίσως, από εδώ και πέρα, να την βλέπουμε. Δεν είναι απλώς ένα καλαίσθητο φωτογραφικό λεύκωμα αλλά υπενθύμιση ότι η πόλη έχει παρελθόν, το οποίο διαβάζεται στους γερασμένους σοβάδες, στις ξύλινες πόρτες, στα περίτεχνα μπαλκόνια, στα κτίρια που επιμένουν να στέκονται, ακόμη κι αν εμείς δεν τα προσέχουμε. Καλοτάξιδο να είναι!

























Πρόσκληση φίλων