Γράφει: Λεύκη Σαραντινού
Η Άννα Γαλανού γεννήθηκε στα Πεζά Ηρακλείου Κρήτης και ζει στην Αθήνα. Με σπουδές στα Οικονομικά και σημαντική πορεία στη διαφήμιση και στον σχεδιασμό εντύπων, από πολύ νωρίς αφιερώθηκε στη συγγραφή, κερδίζοντας σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία σε πεζό και ποιητικό λόγο και κατακτώντας πολλές και σημαντικές πανελλήνιες διακρίσεις. Έχει εκδώσει 15 βιβλία, μεταξύ αυτών την ιστορική τριλογία «Οι Δρόμοι της Καταιγίδας», την ηθογραφική διλογία «Το Τίμημα της Αλήθειας», «Μαργκώ», «Ζωές Απέναντι», «Ριζιμιό». Όλα κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Διόπτρα.
Διδάσκει δημιουργική γραφή & συγγραφή στο «Κέντρο Διά Βίου Μάθησης του New York College», ενώ παράλληλα αρθρογραφεί στον ειδησεογραφικό ιστότοπο On Day και στην πολιτιστική ιστοσελίδα της Λέσβου gera.gr. Αν τη ρωτήσεις τι αγαπά περισσότερο, θα σου μιλήσει για τη βροχή, τη φύση, τη μυρωδιά της γης και τη βαθιά ανάγκη της να γράφει, να πλάθει κόσμους και ήρωες τόσο αληθινούς όσο οι άνθρωποι γύρω μας.
Στο Bookia μας μίλησε για το τελευταίο της βιβλίο, με τίτλο «Αχαρτογράφητα νερά», μία ιστορία γυναικείας κακοποίησης που κόβει κυριολεκτικά την ανάσα.

Στα περισσότερα βιβλία σας που έχω διαβάσει επιλέγετε πάντοτε να βάζετε γυναίκες ως πρωταγωνίστριες των ιστοριών σας. Μπορώ να ρωτήσω γιατί; Θα δούμε κάποια στιγμή από εσάς βιβλίο με άντρα πρωταγωνιστή;
Οι γυναίκες βρίσκονται στο επίκεντρο των ιστοριών μου γιατί, διαχρονικά, είναι εκείνες που έχουν υποστεί τις μεγαλύτερες και πιο πολυεπίπεδες καταπιέσεις. Έχουν γνωρίσει κακοποιήσεις, στερήσεις, κοινωνικούς αποκλεισμούς και όμως, παρά αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, εκείνες είναι που κρατούν ζωντανή τη συνέχεια της ζωής.
Σύζυγος, μητέρα, αδελφή, φίλη, εμείς οι ίδιες. Γυναίκες που από νωρίς μαθαίνουν να βαδίζουν σε ανηφορικά και δύσκολα μονοπάτια, αναλαμβάνοντας πολλαπλούς ρόλους τους οποίους πρέπει να διεκπεραιώσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Γυναίκες που βρίσκονται συχνά απολογούμενες χωρίς να αναγνωρίζονται οι προσπάθειες, οι κόποι τους και τα προσόντα τους.
Αγαπώ τη γυναίκα ως ηρωίδα. Μέσα της συμπυκνώνονται ανεξίτηλες έννοιες: αγώνας, ευαισθησία, θυσία, δημιουργία και βαθιά αξιοπρέπεια, σιωπηλή τις περισσότερες φορές.
Σε αρκετά βιβλία μου έχω χρησιμοποιήσει άνδρες πρωταγωνιστές. Ο Δημήτρης, στο Παράπονό μου μια κραυγή, τα τρία αδέλφια –Ιάκωβος, Μάριος και Αργύρης– στις Τρείς Φωτιές, ο Πέρσαλφ στο Τότε που Τραγουδούσαν οι Θεοί, ο Ιωάννης στην Εκδίκηση (2ο βιβλίο της τριλογίας Οι Δρόμοι της Καταιγίδας), αλλά και αρκετοί άλλοι που κρατούν κομβικό και κεντρικό ρόλο σε όλα μου τα βιβλία.
Ωστόσο, στα τέσσερα τελευταία μου μυθιστορήματα επέλεξα συνειδητά να σταθώ και να ασχοληθώ ακόμη πιο βαθιά με τη γυναίκα. Εστιάζω στην εγκατάλειψη, στη βία –ψυχική, λεκτική, κοινωνική και σωματική– και στη σκοτεινή πλευρά των ανισοτήτων που εξακολουθούν να υπάρχουν. Στα Αχαρτογράφητα Νερά, ασχολήθηκα αποκλειστικά με τον ψυχικό εξαναγκασμό, την υποτίμηση και τον σιωπηλό αποκλεισμό που βιώνει η ηρωίδα μου.
Οι γυναίκες έχουν ακόμη πολλές ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν. Και εγώ θέλω να συνεχίσω να τους δίνω φωνή.
Η Ειρήνη Μπαλτά παρουσιάζεται ως μία άβουλη νεαρή που την παντρεύουν με το ζόρι. Γιατί δεν αντιδρά στη μοίρα της;
Η Ειρήνη Μπαλτά δεν είναι άβουλη από χαρακτήρα. Είναι ένα κορίτσι παγιδευμένο σε μια πραγματικότητα που την ξεπερνά. Προσπαθεί να δραπετεύσει, να σηκώσει κεφάλι, αλλά δεν τα καταφέρνει γιατί έχει ν’ αντιμετωπίσει ένα αξεπέραστο εμπόδιο που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Αυτό δεν είναι άλλο από την οικονομική εξάρτηση, το αιώνιο πρόβλημα για τα περισσότερα κορίτσια τόσο μικρής ηλικίας.
Πού να βρει χρήματα ένα παιδί δεκαπέντε χρονών; Πού να βρει στέγη, προστασία, έναν άνθρωπο να τη στηρίξει; Δεν έχει δεξιότητες, δεν την ακούει κανείς, δεν νοιάζεται κανείς, δεν έχει καμιά εναλλακτική. Γνωρίζει ότι αν φύγει, το πιθανότερο είναι να βρεθεί εκτεθειμένη, ευάλωτη και μόνη σε μια κοινωνία που, αντί να την προστατεύσει, θα σταθεί επικριτική και σκληρή απέναντί της.
Η Ειρήνη Μπαλτά περιγράφεται ως ένα κορίτσι που δεν έχει δικαιώματα. Την αρραβωνιάζουν στα 14 και την εξαναγκάζουν σε γάμο πριν κλείσει τα 18.Η έλλειψη αντίδρασης δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα· είναι αποτέλεσμα φόβου, κοινωνικών πιέσεων και μιας σιωπηρής βίας που την κάνει να πιστεύει ότι δεν έχει άλλη επιλογή.
Μέσα από την ιστορία της θέλω να αναδείξω, ότι πίσω από κάθε «άβουλη» γυναίκα πιθανόν υπάρχει μια σειρά από αόρατα δεσμά που την κρατούν δεμένη, κι ότι πολλές φορές, το μεγαλύτερο θάρρος είναι απλώς να επιβιώσεις.
Ποιο ήταν το έναυσμα, η αφορμή για τη συγγραφή του εν λόγω μυθιστορήματος; Έχετε ακούσει εσείς στον περίγυρό σας να συμβαίνουν τέτοιες ιστορίες κακοποίησης;
Το έναυσμα για τη συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος δεν προήλθε από κάποιο προσωπικό περιστατικό ή ιστορία του άμεσου περιβάλλοντός μου. Ωστόσο, η καθημερινή παρακολούθηση της ειδησεογραφίας, οι μαρτυρίες γυναικών που βγαίνουν πια ανοιχτά και μιλούν, όλη αυτή η κοινωνική πραγματικότητα που έρχεται στο φως, αποτέλεσαν έναν βαθύ εσωτερικό κραδασμό.
Διαβάζω συχνά εξομολογήσεις γυναικών που, ύστερα από χρόνια σιωπής και ψυχικής ή σωματικής κακοποίησης, βρίσκουν το θάρρος να μιλήσουν. Γυναίκες που έζησαν εγκλωβισμένες σε προσυμφωνημένους γάμους, σε τοξικές σχέσεις, σε καταστάσεις όπου η λέξη ελευθερία φάνταζε άπιαστο όνειρο.
Οι ιστορίες αυτές, όσο κι αν δεν ανήκουν στον στενό μου κύκλο, με επηρεάζουν βαθιά. Με αναγκάζουν να αναμετρηθώ με τον εαυτό μου, για το αν είμαι σε θέση να δείξω με τη γραφή μου πόσο εύθραυστη είναι η θέση πολλών γυναικών ακόμη και σήμερα, και πόσο δύσκολη είναι η απόφαση να σπάσουν τη σιωπή τους.
Αυτό ακριβώς αποτέλεσε την αφορμή για το βιβλίο Αχαρτογράφητα Νερά. Η ανάγκη μου να φωτίσω μια πραγματικότητα που δεν πρέπει να μένει κρυφή. Μέσω του βιβλίου μου να δώσω φωνή σε γυναίκες που παλεύουν για την ελευθερία τους μέσα σε μια σιωπηλή, συχνά αόρατη, φυλακή. Ένα βιβλίο που να καταλήγει στην απελευθέρωση σώματος και ψυχής. Γιατί κάθε τέτοια μαρτυρία, αληθινή ή λογοτεχνική, μπορεί να γίνει ένας μικρός φάρος για κάποια γυναίκα που ψάχνει τρόπο να βγει στο φως.
Πιστεύετε πως πολλές γυναίκες γύρω μας παραμένουν εγκλωβισμένες σε γάμους συμφέροντος, όπως η Ειρήνη, ακόμη και κατά τη σημερινή εποχή;
Βεβαίως και το πιστεύω και αυτό δεν είναι απλώς μια προσωπική εκτίμηση. Είναι κάτι που έχω διαπιστώσει η ίδια, μέσα από τη συγγραφική μου έρευνα και την επαφή μου με γυναίκες που βίωσαν παρόμοιες καταστάσεις.
Όταν συνέλεγα μαρτυρίες για το βιβλίο Ζωές απέναντι, το οποίο βασίζεται σε αληθινές ιστορίες κακοποιημένων γυναικών, επισκέφτηκα πολλές δομές φιλοξενίας. Εκεί άκουσα πράγματα που δύσκολα τα χωρά ο ανθρώπινος νους.Νεαρά κορίτσια, σχεδόν παιδιά ακόμη, που εξαναγκάστηκαν σε γάμους συμφέροντος για να «ελαφρύνει» το βάρος της οικογένειας. Άλλες που κακοποιήθηκαν μέσα στο ίδιο τους το σπίτι και μην έχοντας καμία εναλλακτική διέξοδο, δέχτηκαν να παντρευτούν άνδρες που δεν γνώριζαν, πολύ μεγαλύτερους τους σε ηλικία, συχνά με δικά τους παιδιά. Γυναίκες που ζούσαν εγκλωβισμένες σε ένα καθεστώς φόβου, ζήλιας και ελέγχου, με περιορισμένη ή καθόλου πρόσβαση στον έξω κόσμο.
Όλα αυτά δεν συνέβησαν πριν από δεκαετίες· συμβαίνουν ακόμη και σήμερα, δίπλα μας, στη δική μας κοινωνία. Οι γάμοι συμφέροντος, οι γάμοι εξαναγκασμού, οι σχέσεις όπου η γυναίκα γίνεται «αντάλλαγμα», δεν έχουν εκλείψει. Απλώς δεν φαίνονται πάντα. Κρύβονται πίσω από κλειστές πόρτες, πίσω από κοινωνικές συμβάσεις, πίσω από τη ντροπή και τη σιωπή.
Η ιστορία της Ειρήνης, λοιπόν, δεν είναι μια λογοτεχνική υπερβολή ή μια ιστορία εντυπωσιασμού, αλλά μια αντανάκλαση της πραγματικότητας που πολλές γυναίκες ζουν στο σήμερα. Ο κίνδυνος είναι ορατός και η δική μου αγωνία είναι να ευαισθητοποιούμε αυτιά, ώστε σε τέτοιες περιπτώσεις καμιά γυναίκα να μην αισθάνεται πως είναι μόνη.
Ο κεραυνοβόλος έρωτας βρίσκει την Ειρήνη όταν αυτή οδεύει προς τα σαράντα. Πιστεύετε ότι ο κεραυνοβόλος έρωτας μπορεί να μας «βρει» σε οποιαδήποτε ηλικία; Ακόμα και στην τρίτη ηλικία;
Η Ειρήνη δεν έχει ξαναερωτευτεί στη ζωή της. Γι’ αυτό, όταν ο έρωτας έρχεται και την συναντά στα τριάντα επτά της, το συναίσθημα την αιφνιδιάζει. Στην αρχή δεν ξέρει πώς να το ερμηνεύσει. Εκείνο που αντιλαμβάνεται είναι ότι ζει κάτι μεγάλο, δυνατό, πρωτόγνωρο. Για πρώτη φορά νιώθει το κορμί της να ξυπνά κάτω από το βλέμμα ενός άντρα, για πρώτη φορά αισθάνεται εκείνη την ηλεκτρική έλξη που την παρέλυσε.
‘’Ο έρωτας χρόνια δεν κοιτά’’, έλεγαν οι παλιοί και η μυθοπλασία, στην περίπτωση αυτή το επιβεβαιώνει απόλυτα. Όμως εκείνη που το επαληθεύει περισσότερο από καθετί είναι η ίδια η ζωή. Γιατί ο έρωτας δεν έχει ηλικία· δεν έχει ημερομηνία λήξης, ούτε περιορισμούς.
Ποιος ορίζει πότε «επιτρέπεται» να ερωτευτούμε;
Ποιος κρατά χρονοδιακόπτη για τα αισθήματα;
Ποιος αποφασίζει ότι μετά από κάποια ηλικία πρέπει να παραιτηθούμε από τον έρωτα, τη διεκδίκηση, το όνειρο;
Η απάντησή μου είναι ξεκάθαρη: κανείς.
Ο έρωτας μπορεί να μας βρει στα 20, στα 40, ακόμη και πολύ αργότερα. Έχω γνωρίσει ανθρώπους στην τρίτη ηλικία να ανακαλύπτουν ξανά τον εαυτό τους μέσα από έναν νέο έρωτα· να ζωντανεύουν, να αλλάζουν, να χαμογελούν ξανά και αρκετές φορές με τρόπο που δεν είχαν χαμογελάσει ποτέ.
Ο καθένας μας σε όποια ηλικία κι αν είμαστε, έχει απόλυτο δικαίωμα να ερωτεύεται, να διεκδικεί, να ελπίζει και να ονειρεύεται.
Θεωρείτε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ακραίας κακοποίησης η σιωπή είναι συνενοχή;
Σε αυτές τις περιπτώσεις όχι, η σιωπή δεν είναι συνενοχή. Είναι πολύ εύκολο για όλους μας να κρίνουμε από απόσταση, να κολλάμε ταμπέλες, να χαρακτηρίζουμε «άβουλους» ή «αδύναμους» ανθρώπους που στην ουσία έχουν πληγωθεί βαθιά και τους έχουν κόψει τα φτερά από πολύ νεαρή ηλικία.
Για πολλές γυναίκες που έχουν υποστεί ακραίες μορφές κακοποίησης, η σιωπή δεν είναι επιλογή· είναι μηχανισμός επιβίωσης. Είναι ένας τρόπος ζωής που τους έχει επιβληθεί τόσο έντονα, ώστε δεν μπορούν να φανταστούν ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος. Δεν ξέρουν πώς να φύγουν, δεν ξέρουν πού να πάνε, δεν ξέρουν πώς να σωθούν.
Σας ανέφερα και πριν ότι έχω μιλήσει στο παρελθόν με πολλές γυναίκες που βίωσαν τέτοια κακοποίηση. Ακόμη κι όταν έχουν καταφέρει να ξαναχτίσουν τη ζωή τους, ακόμη κι όταν κρατούν πια οι ίδιες το τιμόνι στα χέρια τους, η εμπειρία εκείνη δεν ξεχνιέται. Δεν ξεπερνιέται εύκολα. Παραμένει μέσα τους σαν σκιά, σαν μνήμη που δεν σβήνει.
Κάθε φορά λοιπόν που κρίνουμε μια γυναίκα επειδή «δεν μίλησε» ή «δεν έφυγε», οφείλουμε να σκεφτόμαστε:Πώς θα ήμασταν εμείς, αν είχαμε βρεθεί στη θέση της;Με ποια δύναμη, με ποια δυνατότητα, με ποια στήριξη θα παλεύαμε;
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η σιωπή δεν είναι συνενοχή, αλλά συνέπεια του φόβου, της εξάρτησης, της κοινωνικής ντροπής και της ψυχικής εξουθένωσης. Αυτές οι γυναίκες δεν χρειάζονται κριτική, αλλά περισσότερη κατανόηση και προστασία.
«Μια ευτυχισμένη γυναίκα φαίνεται από μακριά, το φωνάζει με κάθε τρόπο. Το βλέπεις στα μάτια της, το ακούς, στη φωνή της, στον τρόπο που αντιμετωπίζει τους άλλους, στο θάρρος της να εκφραστεί ελεύθερα, να υποστηρίξει την άποψή της και γενικά να μη σηκώνει μύγα στο σπαθί της». Θα ήθελα να μου σχολιάσετε το εν λόγω απόσπασμα από το βιβλίο σας.
Το συγκεκριμένο απόσπασμα αποτυπώνει αυτό που εγώ θεωρώ την ουσία της πραγματικής, της βαθιάς και απόλυτης ελευθερίας. Μια ευτυχισμένη γυναίκα, γενικότερα ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, αναγνωρίζεται από μακριά. Δεν χρειάζεται να το φωνάξει ή να το διαφημίσει. Είναι ο άνθρωπος που τολμά να εκφραστεί χωρίς φόβο, που υπερασπίζεται την άποψή του, που δεν αφήνει κανέναν να μειώσει την αξία του. Αυτός είναι ο ελεύθερος άνθρωπος.
Η φράση λοιπόν αυτή μιλά για την αυτονομία, τη δύναμη και το θάρρος. Για τον άνθρωπο που δεν ποντάρει στη ματαιότητα της ελπίδας που χαϊδεύει αυτιά, αλλά που με όρθιο κεφάλι, στητό ανάστημα και καθαρό βλέμμα διεκδικεί το δικαίωμα στη χαρά, στην αξιοπρέπεια και στην προσωπική του αλήθεια. Είναι αυτός που κερδίζει επειδή βρήκε τη δύναμη να σταθεί πάνω από όσα τον πλήγωσαν, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες και τα εμπόδια που βρήκε μπροστά του.
Θα μπορούσα να πω ότι είναι μια παράφραση της βαθιάς φιλοσοφίας του Νίκου Καζαντζάκη:
«Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος.»Μια φράση που με έχει χαράξει και με εκφράζει απόλυτα. Γιατί η πραγματική ελευθερία δεν είναι απλά μια ιδέα. Είναι πράξη, στάση ζωής και τρόπος ύπαρξης.
Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να στείλετε στις γυναίκες αναγνώστριες σας –αλλά και στους άνδρες- με αυτό το βιβλίο;
Το μήνυμα αυτού του βιβλίου απευθύνεται πρώτα απ’ όλα στους γονείς.
Θέλω να τους πω να μην κόβουν τα φτερά των παιδιών τους, για όλο το «χρυσάφι» του κόσμου. Είναι πλέον αποδεδειγμένο ότι τα μεγαλύτερα δράματα, οι πιο βαθιές πληγές, γεννιούνται μέσα στο ίδιο οικογενειακό περιβάλλον.
Αυτό το έχω διαπιστώσει κι εγώ από τις αμέτρητες συζητήσεις που έχω κάνει με κακοποιημένες γυναίκες και αρκετές από αυτές κουβαλούσαν ένα ρήγμα που ξεκινούσε από το σπίτι τους: Έλλειψη στήριξης, έλλειψη εμπιστοσύνης, έλλειψη προστασίας, σωματική κακοποίηση.
Το μήνυμα προς τις γυναίκες είναι βαθύ και ουσιαστικό: Η ελευθερία σας, η φωνή σας και η αξιοπρέπειά σας είναι αδιαπραγμάτευτες. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σας στερεί τη ζωή που ονειρεύεστε, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να καθορίζει το μέλλον σας.
Και προς τους άνδρες: Ο πραγματικός άνδρας δεν ορίζει, δεν περιορίζει, δεν εξουσιάζει. Στέκεται δίπλα, όχι από πάνω. Ο σεβασμός, η ισότητα και η συντροφικότητα είναι τα μοναδικά θεμέλια που χτίζουν αληθινές και σωστές ανθρώπινες σχέσεις.
Αν υπήρχε ένα ακόμη θανάσιμο αμάρτημα, θα έπρεπε να είναι η κακοποίηση ανθρώπου από άνθρωπο και η στέρηση της ελευθερίας του. Γιατί όταν στερείς από κάποιον τη ζωή του, τη φωνή του, την αυτοδιάθεσή του, διαπράττεις έγκλημα, όχι μόνο απέναντι σε εκείνον, αλλά απέναντι στην ίδια την ανθρώπινη υπόσταση.
Σε γενικές γραμμές το μήνυμα του βιβλίου είναι:
Να μη δεχτούμε ποτέ τη σιωπή σαν φυσιολογική.
Να μην επιτρέψουμε σε κανέναν να μας στερήσει την αλήθεια της ζωής μας.
Να ζούμε ελεύθεροι!
Κυρία Γαλανού, σας ευχαριστώ ολόθερμα!

























Πρόσκληση φίλων