Γράφει: Δημήτρης Σακισλίδης
Ο Παναγιώτης Δημητρόπουλος γεννήθηκε στα Χανιά και έχει σπουδές και ερευνητική δραστηριότητα στον Ελληνικό Πολιτισμό. Εργάζεται ως αξιωματικός στις Ένοπλες Δυνάμεις, ενώ ασκεί παράλληλα τα καθήκοντα του ειδικού συμβούλου σε θέματα πολιτισμού στον Δήμο Παλλήνης, εστιάζοντας σε δράσεις φιλαναγνωσίας. Με πίστη στη δύναμη του βιβλίου δημιουργεί έργα που γεφυρώνουν την ιστορία με τον άνθρωπο. Ως συγγραφέας, δραστηριοποιείται τόσο στη λογοτεχνία ενηλίκων όσο και στο παιδικό βιβλίο. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από συναισθηματική ένταση, ανθρωπιά και σεβασμό στη λαϊκή παράδοση και την πολιτιστική κληρονομιά.
Συγγραφικό έργο: «Μαγεμένη ευχή» (Anima Εκδοτική, 2015), «Το μυστικό της γαλέρας» (Αρτέον Εκδοτική, 2016), «Τρεις νύχτες... Ένα θαύμα!» (Εκδόσεις Σαΐτης, 2016), «Ο μπαμπάς μου... ο ήρωάς μου» (Ελληνοεκδοτική, 2017) - Βραχεία Λίστα Public Book Awards 2018, «Το χρυσαφένιο κουκούτσι» (Ελληνοεκδοτική, 2018) - Βραχεία Λίστα Public Book Awards 2019, «Φάρος» (Ελληνοεκδοτική, 2020) - Βραχεία Λίστα Public Book Awards 2021, «Πρόσεχε τι εύχεσαι» (Ελληνοεκδοτική, 2022).
Έχει σχεδιάσει και υλοποιήσει πλήθος δράσεων φιλαναγνωσίας σε σχολεία, βιβλιοπωλεία και δημοτικές βιβλιοθήκες στην Ελλάδα και στην Κύπρο.
Σελίδα συγγραφέα: Facebook

Στη χαραυγή του 20ού αιώνα, όταν οι αυτοκρατορίες καταρρέουν και οι χάρτες ξαναχαράσσονται μέσα στη δίνη των πολέμων, η οικογένεια Αϊβάζη ξεριζώνεται από τα Αλάτσατα της Ερυθραίας, την πατρογονική της γη, και παραδίνεται στο ρεύμα της Ιστορίας που δεν γνωρίζει οίκτο. Μέσα στον πανικό της φυγής, η Καλλιόπη -η μία από τις δίδυμες κόρες- χάνεται. Οι υπόλοιποι, πρόσφυγες πια, φτάνουν στο Πέραμα του Μεσοπολέμου, κουβαλώντας στις αποσκευές τους ελάχιστα υπάρχοντα και μια απουσία που βαραίνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Προσπαθούν να χτίσουν μια νέα ζωή πάνω στα συντρίμμια της παλιάς, μα η απώλεια της Καλλιόπης γίνεται σκιά που απλώνεται σε κάθε τους βήμα. Κάτω από τη φαινομενική ηρεμία της νέας πατρίδας, απλώνεται ένα σκοτεινό δίκτυο που εμπορεύεται παιδικές ζωές και θησαυρίζει στη σιωπή. Στον πυρήνα αυτής της αθέατης πραγματικότητας μεγαλώνει η Δέσποινα, η δίδυμη αδερφή, μια ψυχή που αρνείται να συμφιλιωθεί με το κενό. Καθώς ενηλικιώνεται, η ζωή της μπλέκεται με τις σκιές όσων χάθηκαν και με την ενοχή όσων σώπασαν. Θα βρει τη δύναμη να αντισταθεί; Θα τολμήσει να επιστρέψει στα χώματα που άφησε πίσω η οικογένειά της; Και, πάνω απ’ όλα, μπορεί η αγάπη να νικήσει τον χρόνο, τη βία και τη σιωπή; Μια συγκλονιστική νουβέλα μνήμης και ξεριζωμού, εμπνευσμένη από τη Μικρασιατική Καταστροφή και τις αόρατες πληγές που άφησε πίσω της. Μια ιστορία για τις ρίζες που δεν κόβονται, για την αδελφική αγάπη που δεν σβήνει και για το φως που επιμένει ακόμη και μέσα στις πιο σκοτεινές εποχές.
Τα «Χάρτινα Σπίτια» είναι μια ιστορία μνήμης, ξεριζωμού και σιωπής, με αφετηρία τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ποια ήταν η πρώτη εικόνα, η πρώτη σκέψη ή ίσως η πρώτη συγκίνηση που σας οδήγησε στην ιστορία της οικογένειας Αϊβάζη;
Νομίζω πως όλα ξεκίνησαν από μια εικόνα που δεν μπορούσα να διώξω από το μυαλό μου: έναν άνθρωπο να φεύγει από το σπίτι του χωρίς να ξέρει αν θα το ξαναδεί ποτέ. Και τότε σκέφτηκα κάτι πολύ απλό αλλά πολύ σκληρό. Τι παίρνει μαζί του ένας άνθρωπος όταν χάνει την πατρίδα του; Δεν μπορεί να πάρει το σπίτι, την αυλή, τη γειτονιά, το χώμα. Παίρνει μόνο ό,τι χωράει στη μνήμη του. Μια φωτογραφία, ένα μαντίλι, ένα όνομα, μια μυρωδιά, μια φωνή. Κάπως έτσι γεννήθηκαν τα «Χάρτινα Σπίτια». Από την ανάγκη να γράψω όχι μόνο για εκείνους που έφυγαν, αλλά και για όσα άφησαν πίσω τους και συνέχισαν να ζουν μέσα τους.
Ο τίτλος του βιβλίου περιέχει έντονο συμβολισμό. Τι σημαίνει τελικά «το χάρτινο σπίτι» για εσάς;
Το «χάρτινο σπίτι» είναι το σπίτι που μπορεί να καταστραφεί μέσα σε λίγα λεπτά, αλλά δεν μπορεί να καεί μέσα στη μνήμη. Για μένα συμβολίζει την ανθρώπινη ζωή όταν ξεριζώνεται. Ένα σπίτι μπορεί να είναι πέτρα, ξύλο, τοίχοι. Η πατρίδα όμως είναι κάτι πολύ πιο εύθραυστο. Είναι οι άνθρωποί μας, οι μυρωδιές, οι δρόμοι, οι φωνές, τα παιδικά μας χρόνια. Και υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση. Το χάρτινο σπίτι μπορεί να διπλωθεί, να μεταφερθεί και να ξαναστηθεί. Ίσως αυτό να είναι τελικά η δύναμη του ανθρώπου. Να χάνει τον τόπο του και παρ' όλα αυτά να βρίσκει τρόπο να ξαναχτίζει τη ζωή του.
Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκονται δύο δίδυμες αδελφές που χωρίζονται βίαια μέσα στο χάος της φυγής. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο να εξερευνήσετε μέσα από αυτή τη σχέση;
Με ενδιέφερε ο δεσμός που δεν μπορεί να ακυρώσει ούτε η απόσταση ούτε ο χρόνος. Οι δύο αδελφές είναι στην ουσία ένα πρόσωπο που η Ιστορία αναγκάζει να γίνει δύο. Ήθελα να δω τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος δεν χάνει μόνο την πατρίδα του, αλλά ταυτόχρονα χάνει και ένα κομμάτι του ίδιου του εαυτού του. Και τα δίδυμα παιδιά έχουν κάτι συγκλονιστικό. Έχουν μάθει από την αρχή της ζωής τους να μοιράζονται τα πάντα. Και ξαφνικά η Ιστορία τους λέει: «Τώρα πρέπει να χωρίσετε». Για μένα, λοιπόν, ο χωρισμός τους δεν είναι μόνο ένας οικογενειακός χωρισμός. Είναι ο ίδιος ο ξεριζωμός σε ανθρώπινη μορφή.
Έχετε επιλέξει να μιλήσετε για ένα τεράστιο ιστορικό γεγονός μέσα από μια οικογένεια. Υπήρξαν δυσκολίες κατά τη συγγραφή επιλέγοντας αυτή την προσωπική κλίμακα αντί μιας ευρύτερης ιστορικής αφήγησης;
Ναι, και ίσως αυτή να ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση. Η Μικρασιατική Καταστροφή έχει τεράστιο ιστορικό βάρος. Εγώ όμως δεν ήθελα να γράψω ένα βιβλίο Ιστορίας. Ήθελα να γράψω μια ιστορία ανθρώπων που έτυχε να βρεθούν μέσα στην Ιστορία. Γιατί όταν λες «εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες», ο αριθμός είναι τεράστιος αλλά απρόσωπος. Όταν όμως πεις «μια μητέρα έχασε το παιδί της», ξαφνικά ο αριθμός αποκτά πρόσωπο. Η μεγάλη Ιστορία γράφεται με ημερομηνίες. Η μνήμη, όμως, γράφεται με ονόματα. Και αυτό προσπάθησα να κάνω στα «Χάρτινα Σπίτια».
Όταν γράφετε για γεγονότα που έχουν αφήσει τόσο βαθιές πληγές στη συλλογική μνήμη, πού τελειώνει η ιστορική πραγματικότητα και πού αρχίζει η μυθοπλασία; Και υπάρχει κάποια ευθύνη που αισθάνεται ο συγγραφέας απέναντι στους ανθρώπους που έζησαν πραγματικά εκείνες τις στιγμές;
Η μυθοπλασία μου αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η καταγεγραμμένη ιστορία, αλλά ποτέ δεν ήθελα να έρχεται σε σύγκρουση μαζί της. Έκανα έρευνα, διάβασα, αναζήτησα μαρτυρίες και ιστορικά στοιχεία, γιατί όταν γράφεις για πραγματικές τραγωδίες δεν έχεις το δικαίωμα να αντιμετωπίζεις το παρελθόν σαν απλό σκηνικό. Ο συγγραφέας έχει μια ιδιότυπη ευθύνη. Δεν γράφει μόνο για τους ζωντανούς αναγνώστες του. Γράφει και για εκείνους που δεν μπορούν πια να μιλήσουν. Γι' αυτό προσπάθησα να αφήσω τη μυθοπλασία να υπηρετήσει την αλήθεια της ανθρώπινης εμπειρίας και όχι να αντικαταστήσει την ιστορική αλήθεια.
Τα «Χάρτινα Σπίτια» μιλούν για τον ξεριζωμό του 1922. Σήμερα, έναν αιώνα αργότερα, άνθρωποι εξακολουθούν να εγκαταλείπουν τα σπίτια και τις πατρίδες τους. Όταν γράφατε το βιβλίο, σκεφτήκατε ποτέ αυτή τη γέφυρα ανάμεσα στη μνήμη του 1922 και στις σύγχρονες προσφυγικές ιστορίες;
Ναι. Και όσο προχωρούσα στη συγγραφή, αυτή η γέφυρα γινόταν όλο και πιο δύσκολο να αγνοηθεί. Γιατί αλλάζουν οι εποχές, οι χάρτες, οι γλώσσες και οι λόγοι για τους οποίους κάποιος φεύγει. Δεν αλλάζει όμως η στιγμή που ένας άνθρωπος κλείνει για τελευταία φορά την πόρτα του σπιτιού του χωρίς να ξέρει αν θα την ξανανοίξει. Δεν ήθελα να κάνω εύκολες ταυτίσεις ούτε να μεταφέρω μηχανικά το 1922 στο σήμερα. Ήθελα όμως να θυμίσω κάτι διαχρονικό: πίσω από τη λέξη «πρόσφυγας» υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος. Ένας πατέρας, μια μητέρα, ένα παιδί, ένα σπίτι, μια ζωή που διακόπηκε απότομα. Η Ιστορία αλλάζει πρόσωπα. Ο πόνος του ξεριζωμού, δυστυχώς, δεν έχει αλλάξει.
Όταν ο αναγνώστης κλείσει τα «Χάρτινα Σπίτια», τι θα θέλατε ιδανικά να έχει μείνει μέσα του;
Θα ήθελα να έχει μείνει πρώτα μια σιωπή. Από εκείνες τις σιωπές που έρχονται όταν μια ιστορία σε έχει αγγίξει πραγματικά και δεν χρειάζεσαι αμέσως να πεις κάτι. Θα ήθελα επίσης να κοιτάξει διαφορετικά το δικό του σπίτι. Να καταλάβει ότι πίσω από μια πόρτα, μια αυλή, μια παλιά φωτογραφία, μπορεί να υπάρχει μια ολόκληρη ιστορία που κάποιος προσπάθησε να διασώσει. Και πάνω απ' όλα, θα ήθελα να μείνει μια φράση: Χάνεται μόνο ό,τι λησμονάς και δεν το μνημονεύεις. Γιατί τελικά αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα των «Χάρτινων Σπιτιών». Να μη χαθούν οι άνθρωποι που κάποτε έζησαν μέσα σε αυτά.
























Πρόσκληση φίλων