Έργο ζωής βασισμένο σε κείμενο που γράφτηκε πολλά χρόνια πριν και ταξίδεψε στο διάβα του χρόνου, περνώντας από χέρι σε χέρι, ώσπου να δει το φως.
«Με τις γνώσεις που είχα τότε, κατάλαβα ότι η ιστορία που μου διάβαζε ο Λεόντιος, ήταν μια καταπληκτική ιστορία… Βέβαια είναι αυτονόητο, πως αυτό το ντοκουμέντο που σώθηκε στο μοναστήρι -όπως τόσα άλλα αρχαία κείμενα- ήταν μετεγγραφή στα Βυζαντινά χρόνια κάποιας αφήγησης των χρόνων της Ελληνιστικής εποχής και καμία σχέση δεν είχε, κι ούτε βεβαίως έχει με τη χριστιανική θρησκεία, όπως διαμορφώθηκε με τις Οικουμενικές Συνόδους. Θα έλεγα πως είναι το εντελώς αντίθετο. Οι άνθρωποι τότε ζητούσαν τον Παράδεισο στη Γη, εδώ και τώρα και όχι στους ουρανούς. Όμως για τον Λεόντιο, αφού το βρήκε στο μοναστήρι, ήταν γράμματα αγιασμένα. Υποψιάζομαι πως ήταν το αγαπημένο του ένοχο ανάγνωσμα μέσα στη μοναξιά του και στη σιωπή του Θεού. Έβρισκε τώρα επιτέλους κάποιον να μοιραστεί την κρυφή χαρά, κάτω απ’ το πρόσχημα της σωτηρίας της ψυχής, να διαβάζει ένα ανάγνωσμα σε έναν νέο, που μιλούσε για την περιπέτεια ενός σκλάβου να βρει την Πολιτεία της δικαιοσύνης, της κοινοκτημοσύνης και του ελεύθερου έρωτα. Ένα ανάγνωσμα αμαρτωλό, δηλαδή. Ένα απόκρυφο κείμενο», γράφει ο Βασίλης Μπουντούρης στον πρόλογο.
Εγώ ο Ιαμβούλος, θεατρίνος, τεχνίτης στην υπηρεσία του θεού Διόνυσου, πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης, αλλά εν τέλει δούλος από χρέη, γεννηθείς στη χώρα της Καππαδοκίας και μεγαλωμένος στην ωραία Πέργαμο, που παράλλαξα το όνομά μου σε Διόδωρο για να μου δίνει κάποιο κύρος, μα οι άνθρωποι με αποκαλούν ψευτο-Διόδωρο, παραδίδω την ιστορία μου καταλεπτώς στις γενεές των ανθρώπων που θα γεννηθούν, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν. Απ’ τους τωρινούς δεν περιμένω τίποτα το καλό, γιατί εξόν που εγώ είμαι γέρων, αυτοί καθ’ αυτοί είναι χαμένα κορμιά επακριβώς και ολόιδια σαν και του λόγου μου, που κατάφερα να βγάλω αληθινά τα λόγια τού πατέρα μου πως με τα μυαλά που κουβαλώ θα καταντήσω μια μέρα δούλος και ρεμάλι παρ’ όλο που γεννήθηκα με τρεις άσπρες τρίχες στην κορυφή του κεφαλιού μου, σημάδι ολοκάθαρο απ’ τους θεούς πως ήμουν γεννημένος για μεγαλεία. Και όμως, δικαιώθηκαν οι θεοί, που ποτέ δεν κάνουν λάθος, γιατί όντως το έφερε έτσι η μοίρα που έφτασα να γίνω και βασιλιάς. Το ότι έχασα ξανά τη βασιλεία, και κατάντησα δούλος στις εσχατιές της Αραβίας τώρα στα γεροντάματα, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Μα ας πάρω τα πράγματα απ’ την αρχή, να τα εξιστορήσω πώς ακριβώς έγιναν, όπως ταιριάζει σε έναν γέροντα, που δεν κρατεί πια κουτάλα να γευτεί τη νοστιμιά της ζωής, μα έχει τον χρόνο να σκεφτεί και να αναπολήσει τη ζωή του, έως ο Χάρων έρθει να τον παραλάβει και να τον πάει στον μαύρο και άραχλο Άδη, όπου εξουσιάζει το μαύρο σκοτάδι.
Σημείωση: Εδώ συζητάμε γενικά για το βιβλίο, δεν είναι ο χώρος τής βαθμολόγησης ή της κριτικής μας για το βιβλίο.
Η σύνδεση με το λογαριασμό σας στο Facebook είναι ασφαλής. Θα σας ζητηθεί να εξουσιοδοτήσετε το Bookia. Η εξουσιοδότηση που θα δώσετε στο Bookia θα χρησιμοποιηθεί μόνον για την παροχή των υπηρεσιών προσωπικά σε εσάς και πάντα με τη δική σας άδεια.